Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Δημοκρατία υπό αιχμαλωσία και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος

Ανάλυση του Δημήτρη Πειρούνη, δικηγόρου

Χρονικά στις κοινωνίες υπάρχει κάποια στιγμή όπου ένα δημοκρατικό καθεστώς αρχίζει να μοιάζει με μια δικτατορία εγκατεστημένων ληστών και αντιστρόφως μια δικτατορία εγκατεστημένων ληστών αρχίζει να μοιάζει με ένα δημοκρατικό καθεστώς.
Ανάμεσα σε περιπλανώμενους και εγκατεστημένους ληστές η διαφορά είναι ότι όπου κυριαρχούν οι πρώτοι, η ιδιοκτησία δεν είναι ασφαλής και η αύξηση της παραγωγής και του πλούτου αδύνατη. Οι περιπλανώμενοι απλά παίρνουν ό, τι βρουν, καταστρέφουν ό, τι δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους, αφήνοντας πίσω τους καμένη γη και απειλούν να κάνουν το ίδιο στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές η παραγωγή υποφέρει. Τυπικά τέτοια ιστορικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι Σκανδιναβοί Βίκινγκς και οι πειρατές στη Μεσόγειο.


Το ευτύχημα στην ανθρώπινη ιστορία είναι ότι κάποτε μερικοί αρχηγοί ληστών αποφάσισαν να διαφοροποιηθούν και να εγκατασταθούν σε μια περιοχή μόνιμα, μετατρεπόμενoι έτσι σε "εγκατεστημένους ληστές". Στην συνέχεια συνέβη κάτι εκπληκτικό: προσπάθησαν να προστατεύσουν τις περιοχές τους από τους περιπλανώμενους ληστές. Οι εγκατεστημένοι αποκτώντας ένα προνόμιο (μονοπώλιο) στην κλεψιά άρχισαν να παράγουν, να διανέμουν και να ρυθμίζουν κατ` ανάγκη ένα άλλο προνόμιο, αυτό της ασφάλειας. Στην περιοχή που επικρατούν επιτρέπεται μόνο σε αυτούς να κλέβουν, ας πούμε με τη μορφή των φόρων. Οι φόροι προϋποθέτουν με τη σειρά τους παραγωγή. Συνεπώς, οι εγκατεστημένοι κλέφτες τείνουν βαθμιαία να εξορθολογίζουν τη συμπεριφορά τους: Εισπράττουν αρκετά, αλλά αφήνουν και κίνητρα για παραγωγή. Υπηρετούν τότε ένα "γενικό συμφέρον" κατά τον βαθμό που αναγνωρίζουν ότι η περιοχή στην οποία επικρατούν πρέπει να παράγει. Στο τέλος αποκτούν θεσμικό ρόλο, νομιμοποιούμενοι από την προσδοκία ασφάλειας που εμπνέουν στους πολίτες. Με τους εγκατεστημένους ληστές η αναρχία των περιπλανώμενων μετασχηματίζεται σε κράτος και κυβέρνηση.

Πότε όμως ένα δημοκρατικό καθεστώς αρχίζει να μοιάζει με μια "κακή" δικτατορία εγκατεστημένων ληστών;

Τυπικά παραδείγματα είναι σήμερα μερικά κλεπτoκρατικά, αφρικανικά καθεστώτα: σε αυτά μια μικρή πολιτική ελίτ, στοχεύοντας σε εισοδήματα χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα έχει μετατρέψει την κοινωνία σε λάφυρο, ακόμη και ο τελευταίος τροχός του μηχανισμού της εξουσίας βλέπει τη μικρή του εξουσία ως εργαλείο ανταλλαγής, μετατρέψιμο σε χρήμα η άλλα αγαθά και τέλος η κρατική συμπεριφορά συνολικά δεν είναι προβλέψιμη. Ένας δικτάτορας ενδιαφέρεται μεν για την πίτα από την οποία αποσπά όσα νομίζει ότι δικαιούται, όμως δεν υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς. Δεν υπάρxουv πολλά πράγματα που μπορούν να τον εμποδίσουν αν αρχίσει να κατασπαταλά τους πόρους σε έργα γοήτρου, σε δώρα για την κλίκα του ή σε πολέμους.

Στη δημοκρατία οι μηχανισμοί ανάσχεσης και ελέγχου της εξουσίας είναι γενικά ισχυρότεροι. Οι κυβερνήσεις λαμβάνουν υπόψη ευρύτερες ανησυχίες του κόσμου. Η πλειοψηφία εκλέγει, πληρώνει τους σχετικούς φόρους και θέλει να ωφελείται από την παραγωγή αντίστοιχων δημοσίων αγαθών. Η πραγματικότητα όμως μπορεί να καταστεί πολυπλοκότερη. Υπό ορισμένες συνθήκες οργανωμένα συμφέροντα (“αναδιανεμητικές συμμαχίες”) τείνουν να αιχμαλωτίζουν τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, ενώ είναι δεδομένο ότι οι ελίτ που ψηφίζονται από αυτές αποτελούν τον κανόνα για τις κυβερνήσεις που μπορούν να έχουν πρόσβαση στην εξουσία.

Η δημοκρατία υπό αιχμαλωσία

Υπό αυτές τις συνθήκες δημοκρατίας εμφανίζεται το φαινόμενο της "σκλήρυνσης". Τουτέστιν με την πάροδο του χρόνου τα οργανωμένα ειδικά συμφέροντα αποσπούν πόρους σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας. Άλλοτε με παραγραφή χρεών ποδοσφαιρικών ομάδων, μη πληρωμή φόρων από επιχειρήσεις, συστηματικές "υπερβάσεις" στο κόστος κατασκευής, αδιαφανείς αναθέσεις έργων από την κυβέρνηση (και τους ΟΤΑ), "ευνοϊκές" συνθήκες εργασίας και συνταξιοδότησης προνομιούχων ομάδων, υπερστελέχωση δημοσίων χώρων με ημέτερους, πολιτική διαφθορά (δωράκια).

Οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση εκλεγεί με την υποστήριξη των υφισταμένων αναδιανεμητικών συμμαχιών δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, διότι οι νέες ηγετικές ελίτ χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία για να κρατηθούν στην εξουσία με τις προηγούμενες. Όμως αυτή η κατάσταση δημιουργεί συνθήκες στασιμότητας που μακροπρόθεσμα είναι αδιέξοδες.

Ο μηχανισμός κατάρρευσης

Εάν δεν παράγει ο τόπος αρκετά οι ασυνείδητες κυβερνήσεις συνεχίζουν τις παροχές δανειζόμενες (όσο βρίσκουν πίστωση) και επιπλέον συνεχίζουν να μειώνουν την φορολογία (ευνοώντας την φοροδιαφυγή), έτσι εξασφαλίζουν την επιβίωση τους. Αυτό ζούμε σήμερα. Αυτή είναι όμως μια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να διαιωνίζεται στο άπειρο. Η χρεοκοπία των υφιστάμενων αναδιανεμητικών μηχανισμών υπήρξε (σχεδόν) αναπόφευκτη εξαιτίας αυτής της πρακτικής δανεισμού και διαφθοράς.

Η έλευση της κρίσεως θα αποφευχθεί μόνο αν, δια μαγείας, ανακαλυφθούν νέες δεξαμενές από όπου να αντλήσουν τους απαραίτητους πόρους οι ήδη υφιστάμενοι μηχανισμοί (βλ. πετρέλαια, Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ένα πιθανό νέο σχέδιο Μάρσαλ, κοκ). Παράλληλα ο χρονισμός της, το πότε θα επέλθει δηλαδή, είναι πολιτικά διαχειρίσιμος, δηλαδή η πολιτική βούληση μπορεί να καθυστερήσει την κρίση (με ενέσεις δανεισμού) ή και να την επισπεύσει (με την απότομη διακοπή της ρευστότητας αντίστοιχα).

Την χρεοκοπία των αναδιανεμητικών μηχανισμών ακολουθεί η κρίση στην κοινωνία κατά την οποία οι θεσμοί αποσυντίθενται και γίνονται πλέον γενικά αναποτελεσματικοί στην παραγωγή, ρύθμιση, και αναδιανομή ακόμη και στοιχειωδών προνομίων, δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών.

Ο μηχανισμός μετακίνησης αφοσίωσης

Οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες ώστε παράλληλα με τα ανωτέρω να λάβει χώρα και μια παρεπόμενη "φυσική" διαδικασία. Ένας κοινωνικός αυτοματισμός που έχουμε δει σε δράση και κατά το παρελθόν: κατά καιρούς η "αφοσίωση" των πολιτών μετατοπίζεται από ένα θεσμό σε έναν άλλο. Αυτό λαμβάνει χώρα είτε όταν παλαιοί θεσμοί καθίστανται πλέον αναποτελεσματικοί είτε όταν αναδύονται αποτελεσματικότεροι νέοι θεσμοί. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα στο άμεσο παρελθόν αποτελούσε ο λεγόμενος επιθυμητός “εξευρωπαϊσμός” της χώρας, δηλαδή μια μετατόπιση “αφοσίωσης” από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο.

Στο πρόσφατο παρελθόν αυτοί οι νέοι θεσμοί (Ευρωπαϊκή Ένωση) αντικαθιστούσαν ταχύτατα τους παλιούς στην αφοσίωση των πολιτών. Είτε διότι "γέμιζαν" κενά που άφηναν οι παλαιότεροι θεσμοί με την ανικανότητα των μηχανισμών τους ή όντας φορείς νέων πιο ισχυρών αναδιανεμητικών μηχανισμών (πχ νέος περισσότερος πλούτος για αναδιανομή από ευρωπαϊκές επιδοτήσεις). Για μια εικοσαετία οι ευρωπαϊκοί θεσμοί νομιμοποιήθηκαν θετικά στην συνείδηση του μέσου Έλληνα συνδεόμενοι με αναδιανομή πλούτου και γενικά θετικές προσδοκίες και έτσι τους επέλεξαν και ενίσχυσαν τόσο οι ηγετικές ελίτ όσο και οι "πελατείες" τους συνολικά (επιχειρηματίες και ΜΜΕ, απλοί πολίτες κτλ). Τώρα πλέον αυτή η στάση έχει μεταστραφεί. Με την έξωθεν επιβολή σκληρών μνημονιακών όρων βρίσκεται ήδη μπροστά μας το εξής πρόβλημα: η αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία μας κατά τα προηγούμενα έτη για “εξευρωπαϊσμό” και στην σκληρή μνημονιακή πολιτική που οι εταίροι μας θέλουν να μας επιβληθεί.

Η Χρυσή Αυγή και το προνόμιο της ασφάλειας

Στα ίδια πλαίσια μπορεί να δοθεί και μια επαρκής ερμηνεία για την πρόσφατη εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής. Κάνουν λάθος όσοι κατηγορούν τους Έλληνες πολίτες για αυτήν την επιλογή τους. Θα έπρεπε να κατηγορούν αυτούς που επέτρεψαν να λάβει χώρα ένας τέτοιος κοινωνικός αυτοματισμός. Η μετακίνηση εκλογικής αφοσίωσης στα κατά πολλούς "λίγο χτυπημένα αλλά χρήσιμα παιδιά" έχει να κάνει με την πραγματική ανικανότητα του “συντεταγμένου” κράτους να παράγει να ρυθμίσει και να διανέμει το προνόμιο της ασφάλειας, το οποίο θεσμικά του ανήκει, αφήνοντας ένα χειροπιαστό κενό που έχει την δική του δυναμική.

Στην καθημερινότητα του πολίτη στον Άγιο Παντελεήμονα και στην Πάτρα αυτό το χώρο τον έχει καταλάβει ενεργά ένα ακροδεξιό κόμμα, δηλαδή παρέχει διανέμει και ρυθμίζει το προνόμιο της ασφάλειας προς μερίδα των πολιτών. Ταυτόχρονα παρέχει διανέμει και ρυθμίζει προσδοκίες πλέον ασφάλειας προς ακόμη μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού που το νομιμοποίησαν εκλογικά τοποθετώντας το στην Βουλή. Τα "λίγο χτυπημένα αλλά χρήσιμα παιδιά" δημιουργούν, παρέχουν και ρυθμίζουν προσδοκίες ασφάλειας, όταν τα βασικά αστικά κόμματα έχουν πλήρως αποτύχει. Ο κομματικός ναρκισσισμός των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων (ότι δεν είναι “πολιτικά ορθές” οι θέσεις της Χρυσής Αυγής σε αντίθεση με το “πολιτικά ορθό” των δικών τους θέσεων) δεν αρκεί για να καλύψει το πραγματικό κενό στην παραγωγή αυτού του αγαθού που αποτελεί δική τους κραυγαλέα αποτυχία αφού διαχρονικά αυτά το διαχειρίζονταν ως ανίκανοι πολιτικοί προϊστάμενοι της κρατικής διοίκησης.



Η αλλαγή κυβέρνησης δεν αρκεί, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει



Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι χρειάζεται αλλαγή προσώπων ή κομμάτων στην εξουσία αλλά δεν αρκεί αν πρόκειται να γίνουν σοβαρές και σε βάθος μεταρρυθμίσεις. Ξεχωρίζω σήμερα τρεις εκδοχές του μέλλοντος:

α/ είτε να υπάρξει μια νέα κυβέρνηση η οποία 1/ να έχει αντικειμενικά περιθώρια χειρισμών που να υποστηρίζονται από ένα ισχυρό κοινωνικό και θεσμικό έρεισμα και 2/ να θέλει να μεταρρυθμίσει πραγματικά κράτος και κοινωνία [είτε με δραχμή είτε με ευρώ δεν έχει σημασία],

β/ είτε να υπάρξει σημαντικότατη "προίκα" δηλαδή εξωτερική βοήθεια αναπτυξιακού χαρακτήρα, με (ευρωπαϊκή;) ταυτότητα, που να "διασώσει" το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα και ισορροπίες,

γ/ είτε την έλλειψη των δύο ανωτέρω εκδοχών η οποία θα αφήσει την χώρα σε μια παρατεταμένη κρίση και αστάθεια με διαλυμένους θεσμούς η οποία [αυτομάτως κατά την δική μου άποψη ως την μόνη δυνατότητα για συνοχή της χώρας] θα μας οδηγήσει σε εσωστρεφή αμυντικά σύνδρομα λαϊκισμού και εθνικισμού.

Ενδιαφέρον έχει να σημειώσουμε ότι όταν οι κατεστημένοι απειλούνται (τα μέλη των αναδιανεμητικών συμμαχιών και τα κόμματα που υποστηρίζουν) ανασύρουν από το χρονοντούλαπο τα παλιά ιδεολογήματα, στα οποία οφείλουν την άνοδο και τα προνόμια τους. Τέτοια ιδεολογήματα είναι "η επάρατη δεξιά", η αντιπαράθεση "προόδου" και "συντήρησης", η ιδέα ενός "φιλολαϊκού προσώπου", ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός και στην ανάγκη η "κεντροαριστερά".

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι καλοπροαίρετοι στις περιπτώσεις μιας απόπειρας μεταρρύθμισης εκ των ένδον σε όλα τα κόμματα. Οι καλοπροαίρετοι θέτουν ή επιχειρούν σοβαρά να θέσουν ζητήματα μεταρρύθμισης και αναδεικνύουν τα παθολογικά φαινόμενα που πρέπει να ξεπεραστούν. Ανακαλύπτουν όμως γρήγορα ότι πρέπει να συμβιβασθούν με τα ισχυρά συμφέροντα που νομιμοποίησαν ιδεολογικά ή εξέθρεψαν πολιτικά και με τα οποία συνέδεσαν την πολιτική τους τύχη. Στο τέλος, προσφεύγουν στην πολιτική διγλωσσία. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των διεργασιών είναι ο κυνισμός ή και η εσωτερική ηθική διάβρωση. Φθάνοντας στο σημείο αυτό υπονομεύεται η ικανότητα συνεργασίας, η παραγωγικότητα, η ελπίδα, η δυνατότητα κινητοποίησης της κοινής γνώμης.

Και ένα τελευταίο: τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, (παίζοντας το τελευταίο τους χαρτί;), επιχειρούν να κρυφθούν πίσω από το κοινό νόμισμα, ουσιαστικά στην λογική ότι αυτά χρειαζόμαστε, ακόμη και εάν είναι διεφθαρμένα, για να παραμείνουμε στο ευρώ, όμως πίσω από αυτό το ψευτοδίλημμα κρύβεται μια πραγματικότητα: το σημερινό δίλημμα της χώρας είναι είτε κατάκτηση [μέσω του μνημονίου] είτε διαφθορά [διάσωση των παραδοσιακών αναδιανεμητικών συμμαχιών και παύση των διαρθρωτικών αλλαγών] και δυστυχώς οι απαισιόδοξες πιθανότητες είναι ότι θα έχουμε και κατάκτηση και διαφθορά. Η καλύτερη δε εκδοχή θα ήταν ένα δικό μας εθνικό νόμισμα και διαρθρωτικές αλλαγές. Το πρώτο για να αποφύγουμε την διάλυση της χώρας και την παρεπόμενη οικονομική κατάκτηση μας από ξένα κέντρα και το δεύτερο για να διορθώσουμε τους θεσμούς μας, προκειμένου όμως να γίνουν πιο ουσιαστικοί και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής μας, και όχι για να πορευθούμε αυτοτιμωρούμενοι μέσα από “φυτευτά” ενοχικά σύνδρομα ή “τρομοκρατημένοι” από άσχετα με την καθημερινότητα μας ψευτοδιλήμματα.



Μέρος της ανωτέρω ανάλυσης την οφείλω στον Mancur Olson και τον Πάνο Καζάκο.