Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Σωτήριος Σωτηρόπουλος: Ένας Ναυπλιώτης Πρωθυπουργός

 

Διαδέχθηκε τον Χαρίλαο Τρικούπη που και εκείνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο...

Ο Σωτήριος Σωτηρόπουλος γεννήθηκε το 1831 στο Ναύπλιο. Τα πρώτα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε εκεί που, αν και είχε πάψει πια να είναι η επίσημη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, διατηρούσε όλη τη μεγαλοπρέπεια και την αρχοντιά.


Τελείωσε το γυμνάσιο το 1848 και πήγε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας για να σπουδάσει νομικά,
όμως αρρώστησε και αφού ταλαιπωρήθηκε πολύ με την υγεία του, εγκατέλειψε τις σπουδές του πριν τις τελειώσει για να διοριστεί, το 1850, γραμματέας της οικονομικής επιτροπείας.
Με τον καιρό ανέλαβε πολλά κρατικά αξιώματα. Ο βασιλιάς Όθωνας, που γνώριζε πολύ καλά την προσφορά του Σωτηρόπουλου στην οικονομία της χώρας, τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και όταν τον συναντούσε, συνήθιζε να τον αποκαλεί με το όνομα του Εφόρου Κορινθίας.
Με την πολιτική ο Σωτηρόπουλος ασχολήθηκε για πρώτη φορά το 1863, ως πληρεξούσιος της Τριφυλίας στην Εθνοσυνέλευση. Διακρίθηκε σχεδόν αμέσως στην Εθνοσυνέλευση αυτή με τις οικονομικές μελέτες που παρουσίασε και ένα χρόνο μετά, όταν ο ναύαρχος Κων. Κανάρης σχημάτισε Κυβέρνηση, του ανέθεσε το Υπουργείο των Οικονομικών.
Το Μάρτιο του 1865 τον Κανάρη διαδέχτηκε ο Κουμουνδούρος, ο οποίος ζήτησε απ’ το Σωτηρόπουλο να παραμείνει στο Υπουργείο Οικονομικών, αυτός όμως προτίμησε να παραιτηθεί.
Του ανέθεσαν τότε την προεδρία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όμως αρνήθηκε και τη θέση του προέδρου, γιατί οι συμπολίτες του τον πίεζαν να πάρει μέρος στις εκλογές κι έτσι, υπακούοντας στις παροτρύνσεις των συμπολιτών του, έθεσε υποψηφιότητα και εξελέγη βουλευτής με μεγάλη πλειοψηφία.
Το καλοκαίρι του 1866, ενώ περνούσε τις διακοπές του στο κτήμα του που ήταν στην τοποθεσία «Αγρίλη» στην Τριφυλία, τον απήγαγαν μια νύχτα ληστές του Λύγκου και τον πήραν μαζί τους στα βουνά, ζητώντας απ’ τη Κυβέρνηση και τους δικούς του λύτρα για να τον απελευθερώσουν. Αφού ταλαιπωρήθηκε 36 ολόκληρα μερόνυχτα απ’ τη δραματική αυτή περιπέτεια στα βουνά, εξαγόρασε την ελευθερία του, καταβάλλοντας 60.000 δρχ. στους ληστές. Αργότερα, ο ίδιος ο Σωτηρόπου-
λος περιέγραψε την περιπέτειά του αυτή σε μια έκδοση με τον τίτλο «Τριάκοντα εξ ημερών αιχμαλωσία και συμβίωσης μετά ληστών».
Ακολούθησε πιστά τον Κουμουνδούρο και υπήρξε αχώριστος πολιτικός του φίλος. Ήταν δε τόσο μεγάλη η αγάπη του Κουμουνδούρου προς το Σωτηρόπουλο, ώστε έλεγε: «Προτιμώ να παραιτηθεί ολόκληρο το Υπουργείο, παρά να χάσω τον δυσαναπλήρωτο Σωτηρόπουλο». Σ’ όλες τις Κυβερνήσεις Κουμουνδούρου διατέλεσε Υπουργός Οικονομικών. Όσες φορές πάλι διαφώνησε με τον Κουμουνδούρο περιοριζόταν μόνο στο να μην παίρνει μέρος στο σχηματιζόμενο Υπουργείο, όμως δεν απομακρυνόταν ποτέ απ’ αυτόν.
Συνήθιζε να ασχολείται με όλα γενικά τα θέματα του Υπουργείου Οικονομικών και είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο ανακάλυψε και βεβαίωσε το περιβόητο έλλειμμα του ταμείου Θηβών, παραδίνοντας στη δικαιοσύνη τους καταχραστές αδελφούς Βελέντζα. Εξελέγη τρεις φορές Πρόεδρος
της Βουλής με μεγάλη πλειοψηφία και κατόρθωσε να κρατήσει το Κοινοβούλιο σε σεβαστό επίπεδο. Στις οκτώ φορές πάλι που ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, κατόρθωσε να λύσει το πρόβλημα διαμονής της εθνικής γης και να θεσπίσει νέους κανονισμούςστις υπηρεσίες.


Μετά το θάνατο του Κουμουνδούρου πολιτεύτηκε πλέον ανεξάρτητος. Στις εκλογές του 1887 έλαβε μέρος με το σύστημα της μεγάλης περιφέρειας και ήρθε στη Βουλή υποστηριζόμενος από εννέα ακόμη βουλευτές, αντιπολιτευόμενος μεν το Χαρ. Τρικούπη, αλλά και δεχόμενος τη φιλία του Δηλιγιάννη. Στις επόμενες εκλογές δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής.
Το Μάιο του 1893 η Κυβέρνηση Τρικούπη αντιμετώπισε τεράστιες οικονομικές δυσχέρειες και αναγκάστηκε να παραιτηθεί και έτσι, στις 9 Μαΐου, ο βασιλιάς Γεώργιος ανέθεσε την εντολή
στο Σωτηρόπουλο, ο οποίος σχημάτισε Κυβέρνηση με τη σύμπραξη του Δ.Ράλλη.
Παρά τη σεμνή πολιτική του προσωπικότητα και τις τόσες θετικές του προσφορές στον κρατικό μηχανισμό κατά το παρελθόν, πολλοί δυσαρεστήθηκαν απ’ τη βασιλική απόφαση να αναθέσει σε μια τόσο κρίσιμη εποχή τη διακυβέρνηση της χώρας στο Σωτηρόπουλο. Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγ-
ματα, ο Βασιλιάς δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής, ούτε και θα έβρισκε πολλούς πρόθυμους ν’ αντιμετωπίσουν τον οικονομικό λαβύρινθο της χώρας.

“Πατάσσει τους αντιπάλους μειδιών, τους καυτηριάζει μετά γλυκύτητος”
Αναλαμβάνοντας τα πρωθυπουργικά του καθήκοντα ο Σ. Σωτηρόπουλος βρέθηκε μπροστά στο
λαβύρινθο του κρατικού οικονομικού χρέους δίχως να μπορεί να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια.
Άλλωστε και η προκάτοχος Κυβέρνηση του Χαρ. Τρικούπη είχε φτάσει στην παραίτησή της για τον ίδιο λόγο. Επιπλέον δε, την εποχή ακριβώς εκείνη η Ελλάδα δε χρειαζόταν μόνο Πρωθυπουργό με γνώσεις οικονομικές, αλλά συνάμα και διπλωμάτη, γιατί η λύση στο δύσκολο οικονομικό πρόβλημα του κράτους μπορούσε να προέλθει μόνο από ένα εξωτερικό δάνειο. Και ήταν γνωστό πως ακριβώς το 1893 πραγματικοί και διπλωματικοί λόγοι αφαιρούσαν από την Ελλάδα κάθε φερεγγυότητα.
Έτσι λοιπόν, οι οικονομικές δυσχέρειες του κράτους δεν επέτρεψαν στην Κυβέρνηση Σωτηρόπουλου τη μακροζωία, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί στις 30 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Έκτοτε ο Σωτηρόπουλος αποσύρθηκε από κάθε πολιτική δραστηριότητα.Πέθανε στην Αθήνα το 1898 σε ηλικία 67 ετών.
Φιλική προς τον Σωτηρόπουλο, η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» ανέφερε:
«Εις το ισχνόν, κατά τι μονομερώς ευθυτενές σώμα του και υπό την ωχράν όψιν του προσώπου του υπολανθάνει ακμαίον γήρας, όπερ είναι αποτέλεσμα ου μόνον ιδιοσυγκρασίας φύσει ισχυράς, αλλά και πολιτικού βίου κανονικού. …Αγορεύων αποφεύγει τον στόμφον εν τη εκφράσει και τας πομπώδεις φρασεολογίας. Δεν ζητεί επ’ αυτών να οικοδομήση, αλλ’ επί των πραγμάτων. Είναι ομαλός, έρεμος, σαφής, είρων δηκτικός. Πείθει δια των πραγμάτων χωρίς να κομπορρημονή. Πατάσσει τους αντιπάλους μειδιών, τους καυτηριάζει μετά γλυκύτητος. Οι λόγοι του διακρίνονται δια την μεγάλην σαφήνειαν και την λεπτήν ειρωνείαν, ης ποιείται χρήσιν χωρίς να εξέρχηται των κοινοβουλευτικών ορίων. Οσάκις αγορεύει εν τη βουλή και οι βουλευταί και τα ακροατήρια τον ακούουσι μετά θρησκευτικής αληθώς προσοχής. Η ρητορική του είναι η εκ της γνώσεως των πραγμάτων πηγάζουσα και δια των πραγμάτων πειθούσα.
Εμπειρικός και πρακτικός μάλλον οικονομολόγος ή θεωρητικός, είναι κάτοχος ποικίλων και υγιών οικονομολογικών γνώσεων, προσεπόρισεν αυτώ μακρά μάλλον πείρα ή θεωρητική εκ των βιβλίων μελέτη, ην και ουδόλως παραμελεί, ακολουθών την οικονομολογικήν πρόοδον και δια ξένων συγγραμάτων καθ’ ότι γνωρίζει επαρκώς τη γαλλικήν γλώσσαν.»

"ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ" Αρ. φύλλου 207
ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012